Σελίδες

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Henry Miller - Opus Pistorum


Το Σεπτέμβριο του 1941, εποχή που έμενε στο Λος Άντζελες, ο Χένρι Μίλερ πρότεινε σ’ έναν βιβλιοπώλη του Χόλιγουντ, τον Μίλτον Λουμποβίσκι - ο οποίος προμήθευε με παράνομα πορνογραφικά μυθιστορήματα προσωπικότητες του κινηματογράφου (σαν τους σκηνοθέτες Μπίλι Ουάιλντερ και Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς) - να του γράψει κάτι ανάλογο με αμοιβή ένα δολάριο τη σελίδα. Επρόκειτο για το Opus pistorum (από το λατινικό pistor που σημαίνει meunier, μυλωνάς – miller στα αγγλικά), αλλιώς Μιλεριανό έργο. Ο Μίλερ τελείωσε το χειρόγραφο το καλοκαίρι του 1942, αλλά το βιβλίο δεν τυπώθηκε· ο Λουμποβίσκι έφτιαξε πέντε δακτυλογραφημένες κόπιες, τις βιβλιοδέτησε, πούλησε τις τρεις, έδωσε την τέταρτη σ' ένα φίλο και κράτησε την πέμπτη. Αυτό το πέρα για πέρα ερωτικό μυθιστόρημα εκδόθηκε μόλις το 1983* στη Νέα Υόρκη.

Το Opus pistorum αφηγείται τις ερωτικές κραιπάλες ενός Αμερικανού στο Παρίσι σε διάστημα μιας χρονιάς: «Στο Παρίσι, εκεί όπου συμβαίνουν τα πάντα, όπου μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα για τον εαυτό σου!». Η πόλη δεν είναι ούτε στιγμή παρούσα στις διάφορες σκηνές, που θα μπορούσαν να συμβαίνουν οπουδήποτε όμως το αγγλικό κείμενο είναι διανθισμένο με γαλλικές λέξεις, όπως la bonne-bouche, le conillon, l' abricot-fendu - διάπλατο στόμα, μουνάκι, σχισμένο βερίκοκο για να δηλώσει το αιδοίο. Ο ήρωας αποκαλεί το πέος του Τζον Θέρσντεϊ (μετάφραση του Ζαν Ζεντί του Ραμπελέ) και επιτίθεται σε μια γυναίκα με τα εξής λόγια: «Ι dig John Thursday into her whiskers» («Χώνω τον Τζον Θέρσντεϊ μέσα στο θάμνο της»). Ο γενικός τόνος του μυθιστορήματος αποπνέει μια φοβερή ευθυμία στο στιλ του Ραμπελέ. Στην αρχή ο αφηγητής, ο Αλφ, βρίσκεται μέσα σ’ ένα δωμάτιο μ’ ένα γυμνό κοριτσάκι στα γόνατά του, τον πατέρα του κοριτσιού και μια πόρνη. Το κοριτσάκι αποδεικνύεται τόσο πολύ βιτσιόζο, που εκείνος το σπρώχνει μακριά και φεύγει, ακολουθούμενος από την πόρνη που του λέει μέσα στο δρόμο: «Του πέταξα τα λεφτά στη μούρη, εκείνου του βρομογούρουνου». Του δίνεται δωρεάν κι εκείνος την παίρνει στα όρθια, πίσω από τη μάντρα μιας αποθήκης: «Χώνω τον πούτσο μου μέσα στο ώριμο σύκο της κι εκείνη κρατιέται απ’ το παλτό μου για να τονε κρατήσει χωμένο μέσα της μέχρι τ’ αρχίδια. Τώρα δεν είναι πια πουτάνα ... μονάχα ένα μουνί που ψοφάει να γαμηθεί».

Έτσι ο Αλφ έχει διάφορες περιπέτειες με γυναίκες, από τη Λοτούς την Κινέζα, που διατηρούσε κατάστημα ειδών τέχνης, ως τη Ροζίτα, που χόρευε φλαμένκο σε μια μπουάτ για Ισπανούς. Μια διεφθαρμένη Αμερικανίδα, η Αλεξάντρα, που έχει αιμομεικτικές σχέσεις με την κόρη της Τάνια και το γιο της Πήτερ, τον παρασύρει σε μια μαύρη τελετή όπου ιερουργεί ο ιερέας Τσάρεντον. Μαζί με τους φίλους του Σιντ και Άρθουρ, ο Αλφ παίρνει μέρος σ’ έναν ομαδικό βιασμό της Μις Κάβεντις, μιας Αγγλίδας που περνά την ώρα της ερεθίζοντάς τους: «Κουνάει τον κώλο της μπροστά στη μύτη μας και μετά τον εξαφανίζει την τελευταία στιγμή, και έτσι τελικά μας μεταμορφώνει σε ανίατα μαλθακούς που πάσχουν από τάσεις χρονίου αυνανισμού». Οργανώνει μια ερωτική συνεύρεση για τρεις μαζί με δύο Αμερικάνες λεσβίες, την Άννα και την Τουθ , για τις οποίες λέει: «Αυτές οι βρομιάρες μοιάζουν με τα ερωτικά σας όνειρα όταν ήσασταν δεκαπέντε χρόνων». Στο βιβλίο αυτό, με τα γεγονότα να διαδραματίζονται στο Παρίσι, καμιά ηρωίδα δεν είναι Γαλλίδα , παρόλο που ο Μίλερ επιβεβαιώνει: «Στη Γαλλία, και κυρίως στο Παρίσι, συνειδητοποιεί πλήρως κανείς το ότι οι γυναίκες είναι τέρατα». Στο τέλος, ο Αλφ δεν μπορεί πια να ικανοποιήσει τα θηλυκά που βρίσκονται σε οργασμό· ζητά λεφτά από τον Σαμ Μπέικερ, τη γυναίκα του οποίου γεύτηκε μπροστά στα μάτια του, και αποφασίζει να επιστρέψει στην Αμερική με σκοπό ν’ αγοράσει «μια μηχανική πουτάνα, μια γαμησομηχανή που μπαίνει στην πρίζα και δουλεύει με ρεύμα». 
(από την Ιστορία της ερωτικής λογοτεχνίας του S. Alexandrian)



* Εκδόθηκε με τον τίτλο Κάτω από τις στέγες του Παρισιού (Under the Roofs of Paris, Grove Press, 1983)
Δεν έχει εκδοθεί ακόμη στην Ελλάδα.

Το βιβλίο στα αγγλικά

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Marquis de Sade - Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ


Το εικονοκλαστικό έργο του Μαρκήσιου ντε Σαντ ανοίγει μαύρες τρύπες στο ψεύτικο φωτοστέφανο που σφετερίζεται το άτομο στην αστική κοινωνία. Φέρνοντας στην επιφάνεια τα αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία του ασυνείδητου, τάραξε με την "πορνογραφική" του επιφάνεια όλες τις κοινωνίες κι όλα τα καθεστώτα από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης ως τις μέρες μας. Το "λογικό" μέγεθος και το σαρκαστικό χιούμορ που διανθίζει τις θεωρητικές αναλύσεις και τις τολμηρές σκηνές της "Φιλοσοφίας στο μπουντουάρ" κάνει το μυθιστόρημα αυτό το πιο ευανάγνωστο από τα έργα του "θείου" Μαρκήσιου. Σ' αυτό το σύγχρονο "Συμπόσιο", όπου το ρόλο της Διοτίμας παίζει ο φοβερός ακόλαστος και δεινός φιλόσοφος Ντολμανσέ, ένα νεαρό μέλος της γαλλικής αριστοκρατίας μόλις βγαλμένο από το παρθεναγωγείο μυείται στη θεωρία και την πράξη της ανατρεπτικής σαδικής κοσμοαντίληψης.

Gaston Smith «La philosophie dans le boudoir» de Sade, publiée autour de 1925


ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥΣ
«Ηδονιστές όλων των ηλικιών,όλων των φυλών, σε σας και μόνο προσφέρω αυτό το έργο. Τραφείτε με τις αρχές του: ευνοούν τα πάθη σας, πάθη για τα οποία σας φοβερίζουν οι πεζοί ηθικολόγοι, πάθη που δεν είναι, ωστόσο, παρά τα μέσα που χρησιμοποιεί η Φύση για να οδηγήσει τον άνθρωπο προς τους σκοπούς που του προδιαγράφει. Δώστε αυτί μονάχα σ΄αυτές τις γλυκές παρορμήσεις, γιατί μόνο η δική τους φωνή μπορεί να σας οδηγήσει στην ευτυχία. Γυναίκες λάγνες, κάνετε πρότυπο σας την ηδονική Σαιντ-Ανζ. Ακολουθώντας το παράδειγμα της αδιαφορήστε για κάθε τι που εναντιώνεται στους θείους νόμους της ηδονής με τους οποίους ήταν δεμένη σ’ ολόκληρη τη ζωή της. Εσείς, νεαρές παρθένες, που τόσο καιρό σας χαλιναγωγουσαν τα παράλογα και επικίνδυνα δεσμά μιας φανταστικης Αρετης και μιας αηδιαστικής θρησκείας, μιμηθείτε τη φλογερή Ευγενία. Βιαστείτε να καταστρέψετε τις γελοίες συνταγές με τις οποίες σας εμπότισαν ηλίθιοι γονείς».
Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου

Gaston Smith «La philosophie dans le boudoir» de Sade, publiée autour de 1925

Οι παραδοσιακές αξίες και ο οξυδερκής κύριος Ντε Σαντ σήμερα
Από τον Δήμο Μαρουδή

Μαρκήσιος ντε Σάντ
Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ
μτφρ.: Βασίλης Καλλιπολίτης
εκδόσεις Εξάντας 

Το μυθιστόρημα Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ είναι ένα βιβλίο καθ' όλα προκλητικό. Ο συγγραφέας, ο μαρκήσιος Ντε Σαντ (marquis de Sade), μέσα από την περιγραφή ενός σεξουαλικού οργίου καταφέρεται εναντίον των περισσότερων θεμελιακών αξιών του δυτικού πολιτισμού, ασκώντας σ' αυτές μια οξυδερκή κριτική και τελικά απορρίπτοντάς τες. Λίγα λόγια για την υπόθεση του βιβλίου: Κάποια άτομα της υψηλής γαλλικής κοινωνίας συναντιούνται σ' έναν συγκεκριμένο χώρο, με σκοπό ν' ανταλλάξουν απόψεις αλλά και για να χαρούν, από κοινού, τις χαρές του έρωτα. Καταφτάνει, επίσης, εκεί και μια νέα κοπέλα, η Ευγενία, την οποία οι αριστοκράτες θα θελήσουν να διδάξουν και να νουθετήσουν, αλλά και να μυήσουν στα μυστήρια της ερωτικής απόλαυσης - πράγμα που γίνεται. Αφού κυλήσει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου μέσω σεξουαλικών οργίων και εστετίστικων συζητήσεων -στο μεγαλύτερο μέρος τους συνιστούν νουθεσίες και συμβουλές προς την νεαρή Ευγενία- ο Ντε Σαντ παραθέτει ένα εκτενές κείμενο, το οποίο τιτλοφορεί Αλλη μια προσπάθεια, Γάλλοι, για να γίνετε δημοκράτες. Το κείμενο αυτό συνιστά προκήρυξη επιδεξιότατα γραμμένη, η οποία καταφέρεται ενάντια στις κεντρικές αξίες που θεμελιώνουν τον δυτικό πολιτισμό -όπως είναι η απαγόρευση του φόνου, της κλοπής ή της βιαιοπραγίας- από τη σκοπιά του ηδονισμού και, φαινομενικά τουλάχιστον, του αμοραλισμού. Τούτο το ευφυέστατο κείμενο ακολουθεί η κορύφωση του σεξουαλικού οργίου των αριστοκρατών, σε συνδυασμό με μια πράξη ακραίας βιαιότητας απέναντι στη μητέρα της νεαρής Ευγενίας, η οποία έχει έλθει για να βρει την κόρη της. 
Gaston Smith «La philosophie dans le boudoir» de Sade, publiée autour de 1925

Την εκμηδενιστική κριτική του απέναντι στις πολιτισμικές αξίες την ασκεί ο Ντε Σαντ από τη σκοπιά των επιταγών της Φύσης και πάντοτε σύμφωνα με ό,τι είναι γι' αυτόν τον ίδιο κατ' ουσίαν ορθό: «Αν η νόηση διαπιστώσει ότι η ηθική στερεί από κάποιον πολύ περισσότερη υπαρξιακή ικανοποίηση απ' όση του δίνει η κοινωνική συμβίωση, τότε τον παρακινεί ν' αποφασίσει το έγκλημα» (Παναγιώτης Κονδύλης, ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τόμος Β', σ. 196). «Ο εγκληματίας δεν είναι κάποιος τυφλός και ακαταλόγιστος φαυλόβιος, αλλά δρα ψυχρά και ορθολογικά, όταν αυτό φαίνεται αναγκαίο» (στο ίδιο, σ. 196) . Επίσης, «ο Ντε Σαντ φαίνεται να αποδέχεται την ύπαρξη Θεού, για να την οδηγήσει ad absurdum - αφού ακριβώς η επίκληση ενός τέτοιου Θεού θα εμφάνιζε το έγκλημα ως θεοθέλητη πράξη: αλλιώς θα ήταν ανεξήγητος ο τόσο σημαντικός ρόλος του τελευταίου σε τούτον τον "κόσμο του Θεού". Ο εγκληματίας τού Ντε Σαντ δεν εξεγείρεται ενάντια σ' έναν ανύπαρκτο Θεό, αλλά ενάντια στην πλασματική, βέβαια, αλλά εξαιρετικά δραστική ιδέα του Θεού, στον βάθμο που τούτη εδώ συναρτάται με την ηθική συνείδηση, καταφέρνοντας να παραλύει τη βούληση προς έγκλημα και να κατασιγάζει έτσι τη φωνή της Φύσης. Με την έννοια αυτή, το έγκλημα σημαίνει την αποκλειστική κυριαρχία του ανθρώπου στον κόσμο μετά τον θάνατο του Θεού μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Το πρωτείο του εγκλήματος ισοδυναμεί με το πρωτείο του ανθρώπινου στοιχείου απέναντι στο θεϊκό - όταν ο άνθρωπος είναι φύση και η φύση δεν γνωρίζει καλό και κακό» (στο ίδιο, σ. 198).
Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Ντε Σαντ εμφανίζεται ως ένας συνεπής διαφωτιστής: Οι μύδροι που εξαπολύει ενάντια στην παραδοσιακή ηθική έχουν ως βάση το αίτημα για άρση της καταπίεσης, και μάλιστα από τη σκοπιά της ανθρώπινης σωματικότητας και του δικαιώματος του διαχρονικού ανθρώπου στην ηδονή. Πέραν όμως τούτων, ο Ντε Σαντ θέτει πραγματικά το δάχτυλό του «επί τον τύπον των ήλων» καθώς με αυτόν τον τρόπο κατορθώνει να καταδείξει και ν' αποκαλύψει μέσα σε όλη της τη γύμνια την εξουσιαστική και αυταρχική διάσταση του Διαφωτισμού, στον βαθμό που αυτή υπάρχει - ας θυμηθούμε τους Αντόρνο και Χορκχάιμερ. Θα λέγαμε απερίφραστα πως ο Ντε Σαντ μαζί με τον Νίτσε παρουσιάζουν ανάγλυφα στον σύγχρονο άνθρωπο το γεγονός πως δεν διαθέτουμε ούτε ένα αξιόπιστο ορθολογικό επιχείρημα ενάντια στον φόνο - το καλό και το κακό καθώς και η ηθική στο σύνολό της συνιστούν κοινωνικά μορφώματα - κάτι που η Εκκλησία πάντα ξεχνούσε. 
Unknown artist, Illustration for La Philosophie dans le boudoir by Marquis de Sade, London, 1795. The British Library, London
Οταν το 1781 ο Ιμάνουελ Καντ πρωτοδημοσίευσε την «Κριτική του καθαρού λόγου», είχε σκεφθεί ν' αφιερώσει ένα τμήμα του συγγράμματός του στο τεράστιο, κατ' αυτόν, πρόβλημα των «Αντινομιών». Οι καντιανές αντινομίες καταπιάνονται με τα μεγάλα κοσμολογικά θέματα (της ύπαρξης του Θεού και της αναγκαιότητας στον κόσμο, της διαιρετότητας της ύλης κ.λπ.). Εν προκειμένω, η μέθοδος του Καντ συνίσταται στο να συγκροτήσει τα ανώτερα προβλήματα -θεματικές τής σκέψης- ανά ζεύγη αντινομιών, π.χ. Θέση: στον Κόσμο υπάρχει ένα άπειρο, αιώνιο και απόλυτα αναγκαίο, Υπέρτατο Ον. Αντίθεση: Στον κόσμο δεν υπάρχει κάποιο άπειρο, αιώνιο και απόλυτα αναγκαίο Ον. Ή, Θέση: Η ύλη είναι σε απεριόριστο βάθρο διαιρετή. Αντίθεση: Η ύλη δεν είναι απεριόριστα διαιρετή. Σύμφωνα με τον γερμανό στοχαστή, σε ανάλογες αποφάνσεις φτάνει η ανθρώπινη σκέψη όταν επιχειρεί να σκεφτεί πέραν αυτού που είναι εμπειρικά προσπελάσιμο, π.χ. δεν μπορούμε να έχουμε καμία εμπειρική γνώση για την πραγματικότητα ή μη του Θεού· κατά συνέπεια, κάτι τέτοιο μπορούμε μεν «να το σκεφτόμαστε», μα δεν μπορούμε με τίποτε να έχουμε σχετικά με αυτό τις όποιες θετικές βεβαιότητες. Αυτό όμως που θέλουμε να επισημάνουμε είναι το εξής: στο σχήμα του Καντ η κάθε πρόταση συνιστά την προϋπόθεση για να διατυπωθεί η αντίθετή της, και αντίστροφα: Δεν μπορούμε να μιλάμε για την απειρότητα του κόσμου όταν δεν υπάρχει το ενδεχόμενο, από μια άλλη σκοπιά, τούτος ο κόσμος να είναι πεπερασμένος. Επίσης δεν μπορούμε να μιλούμε για έναν κόσμο μέσα σε όρια, αν δεν υπάρχει και το ενδεχόμενο τούτο ο κόσμος να είναι άπειρος. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο είναι που εντοπίζουμε τη μεγάλη προσφορά των επιχειρημάτων του Ντε Σαντ: Οι θέσεις του για έναν Θεό «βρικόλακα» ή «ανύπαρκτο» ή ακόμα για το ότι οι άνθρωποι πρέπει ανενδοίαστα να φτάνουν στον φόνο, γεννούν, «παράγουν» τις λογικά αντίθετές τους, ήτοι θέσεις για έναν «Θεό αγαθό και σοφό» ή ακόμα, θέσεις που προκρίνουν την οποιαδήποτε θεσμοθετημένη ηθική. Κατ' αυτήν την έννοια θα λέγαμε πως τούτη η ιδιότυπη διαλεκτική την οποία μας προτείνει ο γάλλος μαρκήσιος, όχι μόνο δεν ακυρώνει την πρόταξη μιας ηθικής και αξιών, μα αντιθέτως την ενισχύει. Μονάχα αν βρεθούμε μπροστά στο ενδεχόμενο ενός Θεού «κακούργου» (Ντε Σαντ), θα αντιληφθούμε τις πραγματικές διαστάσεις των θεολογικών αιτημάτων.
Από την άλλη πλευρά, φτάνουμε σε βαθιές πτυχές της ανθρώπινης αυτογνωσίας όταν θελήσουμε να πάρουμε στα σοβαρά ό,τι διαδραματίζεται στον χώρο της αρχαίας τραγωδίας. Ποιο είναι το έσχατο νόημα της ύβρεως του Οιδίποδα ή της, τελείως διαφορετικής, ύβρεως της Αντιγόνης; Ποια είναι η βιωματική εμπειρία του Αισχύλου όταν φτάνει να καταδικάσει τον Τιτάνα Προμηθέα σε αιώνια τιμωρία; Συνιστά, πιστεύουμε, ερώτημα το κατά πόσον η τραγική ύβρις αποτέλεσε μια πραγματικότητα προσβάσιμη ως εμπειρία για τον αρχαίο Αθηναίο, ενώ για τον πολίτη της μαζικής δημοκρατίας ενός παγκοσμιοποιημένου 21ου αιώνα είναι απλώς και μόνον ένας φιλολογικός όρος. Ακόμα κι έτσι όμως αν συμβαίνει, και αν πρέπει ο σύγχρονος άνθρωπος να ψάξει βαθιά μέσα του για να δει να σκιρτούν από εκεί τα έσχατα ερωτήματα, πάντως η ύβρις του τραγικού ήρωα δεν παύει να είναι ένα στάδιο, μια φάση, ίσως αναγκαία μέσα στην εναγώνια αναζήτηση του θείου εκ μέρους του ανθρώπου. Κατ' αυτή την έννοια παραμένει ανοιχτό το κατά πόσον ο Ντε Σαντ δεν υπήρξε μόνον ένας βλάσφημος ή αν πράγματι υπήρξε ένας υβριστής, με αξιώσεις τραγικού συγγραφέα. Η τόλμη του καθώς και το χιούμορ του παραμένουν απαράμιλλα, ενώ αυτός ο ίδιος δεσπόζει, κατήγορος και κριτής ενός πολιτισμού που με τον έλλογο χαρακτήρα του δημιούργησε περισσότερους αναξιοπαθούντες και θύματα από τους πολύ λιγότερους που είχαν την τύχη να δρέψουν τους καρπούς της ευημερίας και του πνεύματος.
Εχει ειπωθεί πως η γλώσσα που θα απέδιδε ιδανικά το ύφος του Ντε Σαντ, θα ήταν, όχι η καθομιλουμένη, μα η καθαρεύουσα. Ακόμα κι αν η ανάγνωση της ελληνικής μετάφρασης ενός μείζονος γάλλου συγγραφέα παραπέμπει πάντα στο πρωτότυπο, ας διαβάσουμε την καλή μετάφραση της «Φιλοσοφίας στο μπουντουάρ» που έχουμε στα χέρια μας, εισπράττοντας αυθεντική αισθητική απόλαυση. *
«Ελευθεροτυπία» Βιβλιοθήκη, Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Εκδόσεις ΚΑΤΣΑΝΟΣ, 2010, Μετάφραση: Κ.Δ. Λάλας

Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 1997, Μετάφραση: Δημήτρης Χορόσκελης
Σειρα: Βιβλιοθήκη του Έρωτα

Links
Η ζωή και το έργο του ντε Σαντ (από τον Βλάσση Ρασσιά)

La philosophie dans le boudoir Το πρωτότυπο (Γαλλικά)



Philosophy in the Bedroom (Αγγλική μετάφραση)


De Sade - Η Φιλοσοφία Στο Μπουντουάρ

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Το σεξ στη λογοτεχνία προκαλεί


Από τον Αριστοφάνη ως τον Μαρκήσιο ντε Σαντ και από τον Χένρι Μίλερ ως τη χυμώδη ηρωίδα κόμικς Ντρούνα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  21/08/2011, ΤΟ ΒΗΜΑ

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΥ

 «Θέλω οι άντρες και οι γυναίκες να είναι σε θέση να σκέφτονται το σεξ ολοκληρωμένα, ειλικρινά και υγιώς. Ακόμη και αν δεν μπορούμε να ενεργούμε σεξουαλικά κατά τρόπο που να μας ικανοποιεί πλήρως, ας σκεφτόμαστε τουλάχιστον σεξουαλικά ολοκληρωμένα και σαφώς. Εχουμε μεγάλη ανάγκη να πράττουμε σύμφωνα με τις σκέψεις μας και να σκεφτόμαστε σύμφωνα με τις πράξεις μας. Και αυτό είναι το αληθινό μήνυμα αυτού του βιβλίου» έγραφε στην εισαγωγή της ιδιωτικής, αλογόκριτης έκδοσης του «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ» ο Ντ. Χ. Λόρενς . Πρόκειται για το βιβλίο που αποτέλεσε για χιλιάδες νεαρούς οι οποίοι το διάβασαν κρυφά την πρώτη σεξουαλική τους αγωγή, απαγορεύτηκε πολλές φορές, κατασχέθηκε, ρίχτηκε στην πυρά αλλά αν και έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε που γράφτηκε, εξακολουθεί να θεωρείται το best της ερωτικής λογοτεχνίας.
Από την εποχή του Ομήρου ως τον Ντε Σαντ και τις ηρωίδες των κόμικς σαν την Ντρούνα οι ερωτικές περιγραφές, σοφτ ή σκληρές, αποτελούσαν πάντα τα στοιχεία συζήτησης, έθεταν πάντα το ερώτημα της νομιμοποίησής τους ως λογοτεχνίας ή μη- λογοτεχνίας. Οι δυτικές κοινωνίες χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ξεπεράσουν το πρόβλημα του σεξ ως θεματικού στοιχείου ικανού να προκαλεί αισθητική απόλαυση όσο και ένα λογοτεχνικό βιβλίο μιας άλλης θεματολογίας.
Τον 17ο και τον 18ο αιώνα τα κοινωνικά συστήματα από τη μια έδωσαν ελευθερίες στο άτομο, από την άλλη απαγόρευσαν κάποιες από αυτές αφού προσπάθησαν να ελέγξουν το σύστημα της αφροδίσιας ζωής με δέσμες απαγορεύσεων βάζοντας κανόνες για το τι είναι θεμιτή και τι αθέμιτη σεξουαλικότητα, τι ορίζεται πορνεία, ποιου είδους ερωτικές συνευρέσεις απαγορεύονται κ.λπ. Η λογοτεχνία είναι ίσως η μόνη δύναμη που προσπάθησε να ανατρέψει αυτούς τους κανόνες φέρνοντας στο φως το «απαγορευμένο».
Οταν η απαγόρευση δημιουργούσε παρεκτροπές

Από τον Αριστοφάνη, το «Δάφνις και Χλόη», τα σκωπτικά μεσαιωνικά τραγούδια, το «Ασμα Ασμάτων, «Το μυρωμένο λιβάδι όπου διασκεδάζουν οι Αισθήσεις» (που γράφτηκε το πρώτο μισό του 15ου αιώνα στην Τυνησία, κατά παραγγελία του σουλτάνου Αμπού Φαρίς ) από τον Αμπού Αμπνταλάχ Μουχάμαντ Αλ Ναφζάουι ως τον «Τροπικό του Καρκίνου» του Χένρι Μίλερ, τη «Φιλοσοφία στο μπουντουάρ» του Ντε Σαντ, την «Ιστορία του ματιού» του Ζορζ Μπατάιγ , «Τα ερωτικά» της Αναΐς Νιν, τις «Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας» του Τσαρλς Μπουκόφσκι και τα ερωτικά κόμικς του Μίλο Μανάρα η ερωτική λογοτεχνία συνιστά ξεχωριστό είδος με αριστουργήματα, λιγότερο καλά και άλλα μέτρια λογοτεχνικά έργα. 

Στη Γαλλία εμφανίζεται στη γραπτή παράδοση, γύρω στα 1477, ο τύπος «libertinien» που σηματοδοτούσε τους ελευθέριους του πνεύματος κάτω από τον οποίον θα στεγαστούν σειρά έργων ερωτισμού και ελευθερίων ηθών και θα δώσουν ήρωες σαν τον Δον Ζουάν, τον οποίο θα σκιαγραφήσει ο Μολιέρος στα 1665. Στη συνέχεια, τον 17ο και τον 18ο αιώνα, κάτω από το πνεύμα των νέων φιλοσοφικών ιδεών των εγκυκλοπαιδι στών και του Διαφωτισμού θα ξεπηδήσει μια πλειάδα έργων της ερωτικής λογοτεχνίας, όπως ο Λακλό («Επικίνδυνες σχέσεις») και ο κορυφαίος Ντε Σαντ.
Στην Αγγλία τα πρώτα ερωτογραφήματα τα βρίσκουμε στους «Μύθους του Καντέρμπουρι» του Τσόσερ όπου «Η Σύζυγος στο Μπαθ» διακηρύσσει χαρούμενα το ακόρεστο των ερωτικών της πόθων. Τον 17ο αιώνα η ερωτική λογοτεχνία θα βρεθεί στο απόγειό της. Ενδεικτικά κάποιοι τίτλοι «Η δίκη του Λόρδου Οντλι για συνενοχή στον βιασμό της λαίδης του» ή «Οι συναρπαστικές και αισθησιακές απολαύσεις οι οποίες αντλούνται από την συντριβή και ταπείνωση του πνεύματος μιας όμορφης και σεμνής νέας κυρίας».
Ο Ντάνιελ Ντεφόε, ο αυστηρός ηθικολόγος, συγγραφέας θρησκευτικών και πολιτικών φυλλαδίων τον 17ο αιώνα, πολύ γνωστός για τον «Ροβινσώνα Κρούσο», θα γράψει το έργο του «Μόλι Φλάντερς», του οποίου ο ακριβής τίτλος είναι «Τα ευτυχήματα και οι ατυχίες της διάσημης Μόλι Φλάντερς, η οποία γεννήθηκε στο Νιουγκέιτ και κατά τη διάρκεια ενός βίου συνεχούς ποικιλίας, για εξήντα χρόνια, εκτός της παιδικής ηλικίας της, υπήρξε επί δώδεκα χρόνια εταίρα, πέντε φορές σύζυγος (μία εκ των οποίων του αδελφού της), επί δώδεκα χρόνια κλέφτρα, επί οκτώ χρόνια εξόριστη κατάδικος στη Βιρτζίνια, τελικά πλούτισε, έζησε τίμια και μετανοούσα»!
Τα όρια της πορνογραφίας

Τα όρια μεταξύ ερωτισμού και πορνογραφίας πολλές φορές συγχέονται. Πολλοί αποπειράθηκαν να δώσουν ορισμούς. Ο νομπελίστας συγγραφέας Μάριο Βάργκας Λιόσα έχει πει ότι «το όριο ανάμεσα στον ερωτισμό και την πορνογραφία μπορεί να προσδιοριστεί μόνο με όρους αισθητικής. Κάθε λογοτεχνικό έργο, που αναφέρεται στη σεξουαλική απόλαυση και το οποίο προσεγγίζει έναν προκαθορισμένο βαθμό αισθητικής, μπορεί να χαρακτηριστεί ερωτική λογοτεχνία. Αν δεν καταφέρνει να ξεπεράσει το όριο αυτό, τότε πρόκειται για πορνογράφημα. Αν το υλικό είναι σημαντικότερο από την έκφραση, τότε το κείμενο μπορεί να είναι κάποιο πόνημα ιατρικό ή κοινωνιολογικό, αλλά δεν θα έχει λογοτεχνική αξία. O ερωτισμός είναι ο εμπλουτισμός της ερωτικής πράξης και όσων τον περιβάλλουν μέσα από την κουλτούρα και την αισθητική μορφή. Το ερωτικό προικίζει τη σεξουαλική πράξη με στολίδια, με μια θεατρικότητα, τα οποίαχωρίς να διαλύουν την απόλαυση- του δίνουν μια αισθητική διάσταση».

Τα όρια μεταξύ πορνογραφίας και ερωτικής τέχνης συγχέονται και στις άλλες τέχνες, στα κόμικς, στον κινηματογράφο, στα εικαστικά. Υπάρχει όμως πάντα κάτι ανεξήγητο που κάνει κάποια έργα από αυτά να είναι τέχνη και κάποια απλή πορνογραφία.

Ο Μπατάιγ, κλασικός θεωρητικός του ερωτισμού, τον συνδέει με τη θρησκεία και τον θάνατο. Η θυσία που επικαλείται η θρησκεία είναι για τον Μπατάιγ η πράξη που ενώνει τη σεξουαλικότητα με το ιερό. «Τόσο στη θυσία όσο και στη σεξουαλική αποχαλίνωση αίρεται το θεμελιώδες ταμπού ολόκληρου του πολιτισμού, το ταμπού του φόνου, και το ατομικό ον πεθαίνει ως τέτοιο, προκειμένου να επανενωθεί με την ακατάβλητη πλημμυρίδα της ζωής, που είναι ο κόσμος, η φύση, το Είναι».

Οι απόψεις του Μπατάιγ ανακαλούν εκείνες του Ντε Σαντ ο οποίος καλούσε τους αναγνώστες του να εντρυφήσουν στα πάθη τους, «πάθη για τα οποία σας φοβερίζουν οι πεζοί ηθικολόγοι, πάθη που δεν είναι, ωστόσο, παρά τα μέσα που χρησιμοποιεί η φύση για να οδηγήσει τον άνθρωπο προς τους σκοπούς που του προδιαγράφει» για να καταλήξει «δώστε αυτί μονάχα σ΄ αυτές τις γλυκές παρορμήσεις, γιατί μόνο η δική τους φωνή μπορεί να σας οδηγήσει στην ευτυχία».

Τέσσερα εμβληματικά έργα

«ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΤΡΕΛΑΣ»
του Τσαρλς Μπουκόφσκι

Κυκλοφόρησαν το 1972 και περιέχουν όπως και τα υπόλοιπα βιβλία του πολλές προσωπικές ιστορίες γεμάτες αλκοόλ και ερωτισμό. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα βρει πίσω από τις ιστορίες τον κοινωνικό καμβά της Αμερικής των ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο, αλλά και τις εμμονές των υπολοίπων που νομίζουν ότι ζουν σε μια «κανονική κοινωνία». Ο Χένρι Τσαρλς Μπουκόφσκι, γεννημένος στη Γερμανία αλλά μεγαλωμένος στις ΗΠΑ, περιπλανήθηκε, άλλαξε δουλειές, στις περισσότερες των οποίων απέτυχε, ώσπου να βρει τον συγγραφικό του οίστρο. Από το 1960 έγραφε την εβδομαδιαία στήλη «Νotes of a Dirty old Μan» («Σημειώσεις ενός πορνόγερου») στην περιθωριακή εφημερίδα «Οpen City».Το 1970 ο εκδότης του Τζον Μάρτιν τού πρόσφερε 100 δολάρια την εβδομάδα εφ΄ όρου ζωής προκειμένου να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη συγγραφή. Πέθανε από λευχαιμία τον Μάρτιο του 1994, στο αγαπημένο του Λος Αντζελες.
«Ο ΤΡΟΠΙΚΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ»
του Χένρι Μίλερ

Ο Μίλερ εκδίδει τον «Τροπικό» το 1934 αφού έχει εγκαταλείψει τις ΗΠΑ και έχει περιπλανηθεί ως αλήτης στο θρυλικό Παρίσι του Μεσοπολέμου.Το βιβλίο του θα επαινεθεί από τον Λόρενς Ντάρελ, τον Μπλεζ Σαντράρ, τον σερ Χέρμπερτ Ριντ, ακόμη και από τον πουριτανό Τ. Σ. Ελιοτ, αλλά θα απαγορευτεί μαζί με τα άλλα δύο της τριλογίας του («Μαύρη άνοιξη», «Τροπικός του Αιγόκερω») ως πορνογραφικά στις ΗΠΑ και δεν κυκλοφόρησαν παρά τη δεκαετία του 1960, ύστερα από δίκες.Το 1941 εξέδωσε το έργο του «Ο κολοσσός του Μαρουσιού» το οποίο εμπνεύστηκε από τη γνωριμία του με τον Κατσίμπαλη, σε ταξίδι του στην Ελλάδα το 1939. Το 1942 μετακόμισε στην Καλιφόρνια όπου και πέθανε στις 7 Ιουνίου 1980.
«Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΝΤΟΥΑΡ»
του Μαρκήσιου Ντε Σαντ

Ο ακόλαστος και δεινός φιλόσοφος Ντολμανσέ μυεί στον ανατρεπτικό «σαδικό» κόσμο την αριστοκρατική παρθένα Ευγενία, φέροντας στην επιφάνεια τα αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία του ασυνείδητου, προξενώντας απαγορεύσεις και ταραχή στα καθεστώτα σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Το βιβλίο γράφτηκε το 1795, παράλληλα με άλλα έργα, ανάμεσά τους η περίφημη «Ζυστίν» σε νέα εκδοχή.
Οι αρχές καταδίκασαν τα έργα του. Το 1800 φυλακίστηκε χωρίς δίκη. Δύο χρόνια μετά, με σύμφωνη γνώμη της οικογένειάς του, οδηγήθηκε σε άσυλο φρενοβλαβών. Το 1811 το Υπουργικό Συμβούλιο με πρόεδρο τον Ναπολέοντα αποφάσισε τη συνέχιση της κράτησής του. Πέθανε στο Ασυλο Σαρεντόν, το 1814.
«ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ»
της Αναΐς Νιν

Η θηλυκή πλευρά του Χένρι Μίλερ, οι δυο τους εξάλλου είχαν ερωτική σχέση που κράτησε είκοσι περίπου χρόνια. Η Νιν είναι ίσως η μόνη γυναίκα συγγραφέας που ύμνησε απόλυτα τη σεξουαλικότητα και τον αισθησιασμό. Το έργο της έμεινε στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας ως η γυναικεία γραφή που προκάλεσε, που εξύμνησε τη γυναικεία σεξουαλικότητα, που διεκδίκησε αυτό που για τους άνδρες ήδη θεωρείτο κατακτημένο: την απόλαυση στον έρωτα. Εξάλλου το πιστοποίησε και με την προσωπική της ζωή αφού έζησε δίγαμη για χρόνια.

Το 1923, στην Αβάνα της Κούβας, παντρεύτηκε τον Χιου Γκάιλερ, ένας γάμος που διήρκεσε περισσότερο από 50 χρόνια, αν και η Νιν το 1947, 44 χρόνων, γνώρισε τον κατά 16 χρόνια νεότερό της ηθοποιό Ρούπερτ Πόουλ, τον οποίο παντρεύτηκε το 1955, χωρίς όμως να χωρίσει από τον πρώτο της σύζυγο.